Έντυπα «Αντεργκράουντ», τμήμα τέταρτο (S – Z)

Παρουσίαση διαφόρων underground εντύπων.

Με τον εν καιρώ εμπλουτισμό τους, στα τέσσαρα συνολικά τμήματα αυτής της παρουσίασης, θα επιχειρήσουμε να παρουσιάσουμε όσο το δυνατόν περισσότερα έντυπα από τον αχανή ουρανό του «υπόγειου τύπου» των δεκαετιών 1960, 1970 και 1980.




«SABOT» (1970 – 1971)

Βραχύβια εβδομαδιαία αντεργκράουντ εφημερίδα του Σηάτλ (Seattle, Washington) την οποία εξέδωσε από τις 11 Σεπτεμβρίου 1970 μέχρι τις 13 Ιανουαρίου 1971 η τοπική αντιπολεμική ομάδα «Seattle Liberation Front» (SLF), προσπαθώντας να αντικαταστήσει την ήδη νεκρή από τον Ιούνιο του 1970 εφημερίδα «Helix».

Σημαντικό αίτιο του βραχύβιου της έκδοσης (παρήγαγε μόνον 16 τεύχη) ήσαν οι συνεχείς συγκρούσεις ανάμεσα στην ομάδα μεταξύ φεμινιστριών που σε κάθε συνέλευση της εκδοτικής επιτροπής κατηγορούσαν τους άνδρες για «αρσενικό σωβινισμό».

Το θετικότερο από την έκδοση του «Σαμπότ» ήταν η ανάδειξη του έργου της τότε μόλις 20χρονης δημιουργού αντεργκράουντ σχεδιοϊστοριών Σαίηρυ Φλένικεν (Shary Flenniken, 1950 - ).  






«THE SEED ή «THE CHICAGO SEED» («Ο ΣΠΟΡΟΣ», 1967 - 1973)

Αντεργκράουντ δεκαπενθήμερη εφημερίδα που εκδιδόταν στο Σικάγο (Chicago, Illinois) με αρχισυντάκτη τον Άμπε Πεκ (Abe Peck) από τον Μάϊο του 1967 έως το 1973. Η εφημερίδα ήταν ιδρυτικό μέλος του «Συνδικάτου του Υπόγειου Τύπου» («Underground Press Syndicate», UPS) και είχε αρχικά ιδρυθεί ως όργανο έκφρασης της «χίπι» κοινότητας στην περιοχή γύρω από την Wells Street από τον καλλιτέχνη Ντον Λιούϊς (Don Lewis) και τον βιβλιοπώλη Έρλ Σέγκαλ (Earl Segal, ιδιοκτήτη του βιβλιοπωλείου «Molehole»). Οι αρχικοί ιδρυτές όμως, λόγω συνεχών μεταξύ τους προστριβών, μεταβίβασαν μετά από λίγο την εφημερίδα στον γραφίστα Χάρυ Ντέγουορ (Harry Dewar) και τον φωτογράφο Κόλιν Πέαρλσον (Colin Pearlson) που σχημάτισαν την καινούργια εκδοτική ομάδα με αρχισυντάκτη τον Άμπε Πεκ.

Η εφημερίδα, που θεωρείται από τους ιστορικούς «μία από τις πιο όμορφες εκδόσεις του έντυπου αντεργκράουντ εκείνης της εποχής», φιλοξένησε πολύχρωμα ψυχεδελικά έργα των πιο γνωστών αντεργκράουντ δημιουργών (Peter Solt, Karl Heinz-Meschbach, Jay Lynch, Jim Roslof, κ.ά.), η δε θεματογραφία της περιστρεφόταν αδογμάτιστα και εκλεκτικά γύρω από τις πιο προχωρημένες πολιτικές, καλλιτεχνικές και πνευματικές ιδέες εκείνης της εποχής, από επανάσταση, οικολογία, Ζεν και ποίηση μέχρι τεχνικές αυνανισμού, διατριβές πάνω στα ευφορικά, ροκ συναυλίες και πλήθη προσωπικών και κινηματικών αγγελιών: «εκφράσαμε, ενεργοποιήσαμε, συνενώσαμε την κοινότητά μας» έγραψε χαρακτηριστικά ένα μέλος της εκδοτικής ομάδας «το αντιπολεμικό στοιχείο, η αντικουλτούρα, ο ερωτισμός, όλα ήσαν εκεί μέσα».

Χρησιμοποιώντας την καινούργια τότε όφφσετ τεχνολογία, η «Seed» έγινε σύντομα διάσημη στο «χίπι» κοινό και των δύο πλευρών του Ατλαντικού, καθώς βομβάρδιζε τον αναγνώστη με κυριολεκτικά χαοτικά lay – outs, ασυνήθιστες γραμματοσειρές, πολύχρωμα ψυχεδελικά σχέδια, επίμονες απεικονίσεις γυμνού και εξωφρενικές σχεδιοϊστορίες γνωστών αντεργκράουντ δημιουργών όπως οι Κραμπ (R. Crumb) και Ουϊλιαμσον (Skip Williamson).  Ιδιαίτερα δημοφιλής ήταν η στήλη ιατρικών συμβουλών με τίτλο «Dr. Hip-O-Crates» που έδινε στο νεαρό αναγνωστικό κοινό απαντήσεις στα ζητήματα που το απασχολούσαν από την χρήση ουσιών έως την σεξουαλικότητα.

Μετά τις ταραχές του Αυγούστου 1968 στα πλαίσια του «Φεστιβάλ Ζωής» («Festival of Life») που είχαν διοργανώσει οι «γίπις» («yippies»), και στο οποίο η «Seed» δεν είχε απλώς υποστηρικτική θέση αλλά συμμετείχε ενεργά στην διοργάνωση, η εφημερίδα έγινε περισσότερο πολιτική στην θεματογραφία της και επαναστατική στην ρητορική της. Ήδη στο πρώτο μετά τις ταραχές τεύχος της έφερε στο εξώφυλλό της ένα γουρούνι με το πρόσωπο του αυταρχικού δήμαρχου της πόλης Daley. Μέχρι τον χειμώνα η εφημερίδα είχε ριζοσπαστικοποιηθεί ακόμα περισσότερο, αντικαθιστώντας τα στιχάκια της «μπητ» ποίησης με τσιτάτα του Μάο ή του Χο Τσι Μινχ, καθώς είχαν μεσολαβήσει στην πόλη σημαντικές ακρότητες των αρχών, όπως η δολοφονία του χαρισματικού τοπικού ηγέτη των «Μαύρων Πανθήρων» Φρεντ Χάμπτον (Fred Hampton) και η πολύκροτη δίκη των «8 του Σικάγο». Από το 1970 η εφημερίδα συνεργαζόταν ανοικτά με κινήσεις όπως οι «Μαύροι Πάνθηρες», οι πορτορικάνοι «Young Lords», η φεμινιστική «Chicago Women’s Liberation Union», η αριστερίστικη «Rising Up Angry», κ.ά.

Αυτή η ριζοσπαστικοποίηση έφερε βεβαίως και την στοχοποίηση από το FBI και την περιβόητη «Κόκκινη Πτέρυγα» της Αστυνομίας του Σικάγου. Ο Πεκ διώχθηκε για «άσεμνα», τα γραφεία της εφημερίδας δέχθηκαν πυροβολισμούς από «άγνωστους», όλα τα μέλη της εκδοτικής ομάδας τέθηκαν υπό καθημερινή παρακολούθηση, πολλοί από τους νεαρούς πωλητές δρόμου της εφημερίδας άρχισαν να συλλαμβάνονται από την αστυνομία, οι τυπογράφοι της πόλης αρνήθηκαν να τυπώνουν την εφημερίδα (που κατέφυγε έκτοτε στον ηρωϊκό τυπογράφο του Πορτ Ουάσινγκτον του Ουϊσκόνσιν Μπιλ Σάνεν, Bill Schanen), ενώ τα κανονικά καταστήματα διάθεσης άρχισαν να δέχονται πιέσεις να διακόψουν κάθε σχέση με τους «ανατρεπτικούς», το ίδιο και οι δισκογραφικές εταιρείες που δημοσίευαν διαφημίσεις.

Στην περίοδο της ακμής της (1968 – 1970) η «Seed», με διανομή σε όλες τις Η.Π.Α., έπιασε το τιράζ των 40.000 αντιτύπων, κάλυψε δε όλα τα μεγάλα πολιτικά και καλλιτεχνικά γεγονότα της συγκεκριμένης περιόδου από τους «Μαύρους Πάνθηρες» μέχρι την δίκη των «8 του Σικάγο» και από την ψυχεδελική ροκ μέχρι το διάσημο φεστιβάλ του «Γούντστοκ» (Woodstock). Το 1969 απορρόφησε μάλιστα την «Chicago Kaleidoscope» (1968 – 1969), τοπική έκδοση της «Kaleidoscope» του Μιλγουώκι που εξέδιδε ο Skeets Millard (και τυπωνόταν κι αυτή στον Μπιλ Σάνεν), γύρω στα 1972 όμως τα πράγματα είχαν δυσκολέψει, καθώς αρκετοί συνεργάτες είχαν απομακρυνθεί φοβισμένοι από τις συνεχείς αστυνομικές παρενοχλήσεις και απειλές, ενώ οι διαφημίσεις που ενίσχυαν σημαντικά την εφημερίδα είχαν πια σχεδόν μηδενιστεί, καθώς τα «headshops» είχαν κλειστεί από τις αρχές και οι δισκογραφικές εταιρείες είχαν στραφεί ανενδοίαστα στον «ροκ – καπιταλισμό» (το 1969 μάλιστα το FBI πίεσε τους μεγάλους διαφημιζόμενους, όπως λ.χ την «Columbia Records» να μην διαφημίζονται εφεξής σε εφημερίδες αντεργκράουντ, πράγμα που και φυσικά έγινε). Το 1973 λοιπόν, η «Seed» εξέδωσε το τελευταίο τεύχος της και πέρασε στην Ιστορία.


«SPEAK OUT» (1979)

Το ιστορικά πρώτο ελληνικό underground περιοδικό «Speak Out», κυκλοφόρησε το έτος 1979 σε τιράζ 1.500 αντιτύπων, ως όργανο έκφρασης της «Ομάδας για Διεύρυνση του Πραγματικού». Εκδότης, και εν γένει συντονιστής της όλης προσπάθειας, ήταν ο συγγραφέας Βλάσης Ρασσιάς, 20χρονος φοιτητής τότε στην Ανωτάτη Σχολή Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών.

Στα δύο τεύχη που κυκλοφόρησαν (ένα «πειραματικό», με αριθμό 0 και ένα δεύτερο με αριθμό 1) μέχρι την «μετάλλαξη» του περιοδικού στην πολύ πιο γνωστή «Ανοιχτή Πόλη», φιλοξενήθηκαν κάποια αρκετά ενδιαφέροντα κείμενα, μερικά από τα οποία θα βρείτε ΕΔΩ.



«SPACE CITY!» («ΔΙΑΣΤΗΜΙΚΗ ΠΟΛΗ!», 1969 – 1972)

Αντεργκράουντ δεκαπενθήμερη εφημερίδα που εξέδιδε στο Χιούστον (Houston, Texas) από τις 5 Ιουνίου 1969 έως τις 3 Αυγούστου 1972 η τοπική ομάδα «Space City News Collective», που την απάρτιζαν πρώην μέλη της αριστερίστικης «Students for a Democratic Society» (SDS) και πρώην μέλη της εκδοτικής ομάδας της αντεργκράουντ εφημερίδας του Ώστιν (Austin) «The Rag» και του «Liberation News Service» (LNS) με επικεφαλής τους Θορν Ντρέϋερ (Thorne Webb Dreyer, 1945 -  ), την Βικτόρια Σμιθ (Victoria Smith) και τον καλλιτεχνικό διευθυντή Μπιλ Νάρουμ (Bill Narum).

Τα πρώτα 12 τεύχη εκδόθηκαν υπό τον τίτλο «Space City News» που από το 13ο (στις 17 Ιανουαρίου 1970) άλλαξε σε «Space City!». Η «Space City!», που απετέλεσε το άτυπο κέντρο της όλης «Αντικουλτούρας» του Χιούστον, αναδείχθηκε σε μία από τις σημαντικότερες εφημερίδες της λεγόμενης «δεύτερης γενιάς» του Υπόγειου Τύπου, στο δε μεγαλύτερο τιράζ της (από τον χειμώνα έως την άνοιξη του 1970) έφτασε τα 10.000 αντίτυπα. «Όλα ήταν ένα πείραμα. Κάθε τι που κάναμε ήταν με τον α ή β τρόπο ένα κοινωνικό πείραμα, όχι μόνο το περιοδικό που εκδίδαμε αλλά οι διαδικασίες μέσα από τις οποίες το εκδίδαμε. Ο τρόπος που είχαμε οργανώσει τις ζωές μας μέσα από εκείνο που πράτταμε» θα περιγράψει μερικές δεκαετίες αργότερα ο Ντρέϋερ.

Από τον Απρίλιο του 1971 η συχνότητα κυκλοφορίας είχε πυκνώσει σε εβδομαδιαία, στα τέλη όμως του Μαρτίου 1972 η εκδοτική ομάδα, που λειτουργούσε ως κολλεκτίβα και κοινόβιο, διασπάστηκε παρά τις προσπάθειες του Ντρέϋερ να κρατήσει την ενότητα και οι περισσότερο επαναστατικοί, με επικεφαλής τον μαύρο ακτιβιστή Κλιφ Σμιθ (Cliff Smith), εξέδωσαν στις 6 Απριλίου την ανταγωνιστική αντεργκράουντ δεκαπενθήμερη εφημερίδα «Mockingbird» που και εκείνη όμως μετά από λίγο διασπάστηκε και είδε να γεννιέται (πάλι από τον Σμιθ που ηγήθηκε και της δεύτερης διάσπασης) μία ακόμα τεξανική αντεργκράουντ εφημερίδα, η εβδομαδιαία «Abraxas». 

Στα τρία έτη της κυκλοφορίας της, η «Space City!» δέχθηκε επιθέσεις από ακροδεξιούς και ρατσιστές, όπως πυροβολισμούς κατά των γραφείων της από διερχόμενα αυτοκίνητα, βομβισμούς, διαρρήξεις, μαχαιρώματα στα λάστιχων των αυτοκινήτων των μελών, κ.ά. Περισσότερες ήσαν βέβαια οι συστηματικές απειλές (σε μία περίπτωση μάλιστα τους διαβιβάστηκε με μεταλλικό βέλος ένα σημείωμα που έγραφε: «οι ιππότες της Κου Κλουξ Κλαν σας παρακολουθούν»), ενώ απειλές και βανδαλισμούς δέχονταν όσοι διαφημίζονταν μέσα από τις σελίδες του.

Το καλοκαίρι του 1972 βρήκε την εκδοτική ομάδα της «Space City!» ηθικά και οικονομικά εξουθενωμένη. Στις 3 Αυγούστου 1972 η εφημερίδα εξέδωσε το τελευταίο τεύχος της με αρίθμηση «τόμος 4 νούμερο 9».


«TOUCH» («ΕΠΑΦΗ», 1973 - 1974)

Αντεργκράουντ ταμπλόϊντ εφημερίδα μεγάλου σχήματος (44 εκατοστά), την οποία εξέδωσε στο Σαν Φραντσίσκο (San Francisco) της Καλιφόρνιας το εκεί παράρτημα του «Κόμματος των Λευκών Πανθήρων» με υπότιτλο «White Panther Party Intercommunal News Service» μετά από την επίσημη διάλυση της κεντρικής οργάνωσης στο Αν Άρμπορ και το Ντητρόϊτ τον Απρίλιο του 1971.

Το περιοδικό χρησιμοποιούσε την κλασική επαναστατική ρητορική των «Πανθήρων» και διακινείτο όχι μόνον εσωτερικά στα μέλη του κινήματος, όπως προϊδεάζει ο υπότιτλός του, αλλά και σε επιλεγμένα βιβλιοπωλεία και νεολαϊστικα στέκια.


«THE UNGARBLED WORD OF NEW ORLEANS» (1968 – 1969)

Δεκαπενθήμερη και εν συνεχεία εβδομαδιαία εικονογραφημένη αντεργκράουντ εφημερίδα μεγάλου σχήματος (23x15'') που εξέδωσαν από τον Μάϊο του 1968 στη Νέα Ορλεάνη (New Orleans, Louisiana) οι Ρότζερ Λόβινγκ (Roger Loving) και Ντιάγκο Χαράντα (Diego Harrada). Της εφημερίδας προηγήθηκε η έκδοση από τους ίδιους σε τρία μόνον τεύχη από τον Απρίλιο έως τον Μάϊο του 1968 του πολυγραφημένου αντεργκράουντ περιοδικού «Balls, the ungarbled word».

Η θεματογραφία τόσο του περιοδικού όσο και της εφημερίδας περιστρεφόταν γύρω από την «Αντικουλτούρα» και την ριζοσπαστική πολιτική. Τον Νοέμβριο του 1968 η εφημερίδα στάθηκε αλληλέγγυα (με απεργία έκδοσής της για ένα δεκαπενθήμερο) στο αντεργκράουντ ραδιοφωνικό πρόγραμμα που μόλις είχε καταργήσει ο τοπικός ραδιοσταθμός WWOM.






«WASHINGTON FREE PRESS» («Ο ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ ΤΗΣ ΟΥΑΣΙΝΓΚΤΟΝ», 1966 - 1970)

Δεκαπενθήμερη αντεργκράουντ εφημερίδα που ίδρυσαν στην Ουάσινγκτον (Washington DC) τον Απρίλιο του 1966 οι Μάϊκελ Γκρόσμαν (Michael Grossman), Μάρτζι Στάμπεργκ (Margie Stamberg) και  Άρθουρ Γκρόζμαν (Arthur Grosman). Ήταν μέλος του «Underground Press Syndicate» (UPS) και από τον Δεκέμβριο του 1967, χρονιά κατά την οποία προστέθηκε στο δυναμικό της και ο πρώην υπάλληλος του State Department και μετέπειτα ιστορικός Ουϊλιαμ Μπλουμ (William Blum, 1933 - ), είχε κοινά γραφεία με το «Liberation News Service» (LNS) και δύο τοπικές αντιπολεμικές οργανώσεις, επάνω από ένα τυπογραφείο του κινήματος στην 3 Thomas Circle NW. Μετά πάντως από μία δύσκολη συμβίωση, το LNS μετακόμισε τον Ιούνιο του 1968 στην Νέα Υόρκη, παίρνοντας μάλιστα μαζί του και το μέλος της εκδοτικής ομάδας της «Washington Free Press» Sheila Ryan, μία μαχητικότατη ακτιβίστρια.

Η εφημερίδα ήταν στρατευμένη στο κίνημα για τερματισμό του πολέμου στο Βιετνάμ και ακολουθούσε την γενικότερη γραμμή της οργάνωσης «Φοιτητές για μια Δημοκρατική Κοινωνία» («Students for a Democratic Society», SDS), αν και συχνά καταπιανόταν με τα ζητήματα νεολαίας και την «Αντικουλτούρα». Ανάμεσα στις εκατοντάδες ιστορικές δημοσιεύσεις της «Washington Free Press» (ή «Freep» ή WFP) θα αναφέρουμε δειγματοληπτικά μόνο την απομαγνητοφωνημένη ομιλία του Καρμάϊκελ (Stokely Carmichael) στο «Oakland Auditorium» στις 17 Φεβρουαρίου 1968, το τολμηρό «Synthesizing Mescaline» (1968), το «Abolish money» του Νταίηβιντ Στηλ (David Ramsay Steele) τον Μάϊο του 1969, η συνέντευξη με έναν 66χρονο πεγιοτοφάγο (τον Ιούλιο του 1968) και το ποίημα «Είναι τσάμπα γιατί σου ανήκει» («Ιt’s free because it’s yours») της Ντιάνα ντι Πρίμα (Diane Di Prima).

Η εκδοτική ομάδα της «Washington Free Press» πέρασε από πολλές αλλαγές, στις δε 31 Μαϊου 1968 ανακοίνωσε ότι κλείνει, αν και επανακυκλοφόρησε στις 24 Ιουνίου. Στα τέλη του 1969, που το τιράζ της είχε μάλιστα σταθεροποιηθεί στα 23.00 αντίτυπα (πουλιόταν σε λύκεια και πανεπιστήμια, αλλά κυρίως στους δρόμους), δεν είχε απομείνει σ’ αυτήν κανείς από το αρχικό εκδοτικό επιτελείο του 1966. Ο ήδη απομακρυνθείς Μπλουμ δημοσίευσε το 1969 ένα ξεμπρόστιασμα της CIA, στο οποίο αποκάλυπτε τα ονόματα και τις διευθύνσεις περισσότερων από 200 πρακτόρων.

Από τα τέλη του 1968 η εφημερίδα στοχοποιήθηκε από το FBI, ένοπλοι πράκτορες του οποίου έκαναν εισβολή στα γραφεία της στις 14 Ιανουαρίου 1969 με το πρόσχημα της έρευνας και κατάσχεσαν αρχεία και λίστες συνδρομητών.

Στις 11 Ιουλίου 1969 οι τότε εκδότες της «Washington Free Press» Hastings και Weber, επικαλούμενοι το συνταγματικό δικαίωμα στην ελευθερία του λόγου, μήνυσαν τους επικεφαλής της τοπικής αστυνομίας για την συστηματική από τον Φεβρουάριο του ίδιου έτους παρεμπόδιση της πώλησης της εφημερίδας στους δρόμους. Μετά από πολλές νομικές υπεκφυγές, την μήνυση συνέχισε με τροποποίησή της στις 22 Σεπτεμβρίου 1970 η άλλη τοπική αντεργκράουντ εφημερίδα της πόλης «Quicksilver Times», γιατί ήδη η «Washington Free Press» είχε κλείσει.


«XANADU» (1968 – 197?)

Αντεργκράουντ εφημερίδα του Σαιν Λιούϊς του Μιζούρι (Saint Louis, Missouri), που αρχικά εκδιδόταν ως «Daily Flash» και από τον Νοέμβριο του 1968 μετονομάστηκε (με νέα αρίθμηση, ως τεύχος 1) σε «Xanadu» (από την εξωτική πόλη της Ασίας που είχε επισκεφθεί ο Μάρκο Πόλο).

Με έδρα της την Gaslight Square, η εφημερίδα φιλοξένησε όλο το εύρος του φάσματος της ψυχεδελικής και ερωτικής «Αντικουλτούρας», καθώς και συνεντεύξεις των μετά από λίγο πρόωρα χαμένων ροκ αστέρων Τζόπλιν (Janis Joplin), Μόρρισον (Jim Morrison) και Χέντριξ (Jimi Hendrix).

Από τις πρώτες ημέρες κιόλας που η εφημερίδα λεγόταν ακόμη «Daily Flash», ο αρχηγός της τοπικής αστυνομία κήρυξε προσωπικό πόλεμο κατά της εφημερίδας και τελικά κατόρθωσε να συλλάβει το 1969 για κατοχή μαριχουάνας έναν από τους εκδότες της «Xanadu», ωστόσο η εφημερίδα επέζησε και «περπάτησε» μερικά ακόμα χρόνια της δεκαετίας του 1970.


«YELLOW JOURNAL» («ΚΙΤΡΙΝΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ», 1970)

Αντεργκράουντ πολύχρωμη «γίπι» εφημερίδα του Βανκούβερ του Καναδά, που εξέδωσε σε 9 τεύχη από τον Απρίλιο έως τον Οκτώβριο του 1970 η ομάδα «Northern Lunatic Fringe of the Youth International Party» (NLF/YIP), μία ανομοιογενής συλλογικότητα πρώην μελών της παλαιάς αντιεξουσιαστικής «Λίγκας για τον Πλήρη Αφοπλισμό» («League for Total Disarmament»), «χίπι» φοιτητών και πρώην μελών της αριστερίστικης τοπικής οργάνωσης SFU – IWW (παρακλαδιού της αμερικανικής «Σπουδαστές για μια Δημοκρατική Κοινωνία», «Students for a Democratic Society», SDS).

Η ονομασία, το λογότυπο και το όλο «στήσιμο» (lay - out) της εφημερίδας ανήκε στον συγγραφέα και σχεδιαστή Μπομπ Μέρσερ (Bob Mercer, πρώην μέλος του «Vancouver Street Theatre»). Το πρώτο τεύχος της εφημερίδας «Yellow Journal» έκανε την εμφάνισή του τον Απρίλιο του 1970, ως προάγγελος των ταραχωδών διαμαρτυριών «Sit-in στο Μπαίη» και «Εισβολή στην Αμερική» (8 και 9 Μαϊου 1970 αντίστοιχα). Στο κεντρικό πόστερ του εν λόγω τεύχους, έργο και αυτό του Μέρσερ, δέσποζε το σύνθημα «ερχόμαστε για να τσακίσουμε τον Καπιταλισμό και το εννοούμε!» («We’re out to smash Capitalism and we mean business!»). Ο ίδιος σχεδίαζε επίσης για την εφημερίδα και μερικά «comic – strips» με το ψευδώνυμο «Gloria Mundi».







«YIPSTER TIMES» (1972 – 1978)

Αρχικά μηνιαία και εν συνεχεία τριμηνιαία αντεργκράουντ εφημερίδα του κινήματος «Γίπι» («Yippie!», «Youth International Party», YIP, «Διεθνές Κόμμα Νεολαίας») που εξέδωσε σε 32 τεύχη από το 1972 έως τον Οκτώβριο του 1978 ο «γίπι δεύτερης γενιάς» Ντάνα Μπηλ (Dana Beal (1947 - ). Από το 1973 η εφημερίδα και ο εκδότης της μετακόμισαν από την Νέα Ιερσέη (New Jersey) στο επί της οδού Bleecker Street αριθμός 9 της Νέας Υόρκης κτίριο, που τις επόμενες δεκαετίες θα αποτελούσε το τελευταίο επί γης «γίπι» στρατηγείο (μπήκε και στον 21ο αιώνα ως «Yippie Museum Café»).



Η θεματογραφία των «Yipster Times», το μεγαλύτερο μέρος του τιράζ των οποίων πουλιόταν σε διαδηλώσεις, συναυλίες και «smoke-ins» («καπνιστικές» διαμαρτυρίες, δηλαδή συγκεντρώσεις με συναυλίες ροκ μουσικής και δωρεάν διανομή κάνναβης), περιστράφηκε γύρω από κάθε τι που αντιστρατευόταν την κυρίαρχη κουλτούρα και τάξη πολιτικών πραγμάτων (ακόμα και θεωρίες συνομωσίας που έπλεκε ο δαιμόνιος «γίπι ερευνητής» Ουέμπερμαν, Alan Jules Weberman, 1945 - ), με ιδιαίτερη έμφαση στην νομιμοποίηση της κάνναβης, αλλά και την επαναστατική μουσική ροκ (David Peel, Patti Smith, «Rock Against Racism», κ.ά.). Στο τεύχος του Μαρτίου 1977 η εφημερίδα δημοσίευσε το θρυλικό «μανιφέστο» της Πάτι Σμιθ «You Can't Say "fuck" in Radio Free America» που αργότερα αναδημοσιεύθηκε στο γνωστό «High on Rebellion».

Η ασπρόμαυρη εικονογράφηση της εφημερίδας (πλην των δίχρωμων, τρίχρωμων ή τετράχρωμων εξωφύλλων και των αντίστοιχων κεντρικών πόστερς) ήταν αρκετά πλούσια και ενδιαφέρουσα, τόσο σε επίπεδο σπάνιων φωτογραφιών (Cody Marr, κ.ά.) όσο και σχεδίων και σχεδιοϊστοριών (Skip Williamson, Mike Flugennock, κ.ά.).

Οι «Yipster Times» ανέπτυξαν στενές σχέσεις με την αποτελούμενη από αρκετούς «γίπις» εκδοτική ομάδα της καναδικής αντιεξουσιαστικής εφημερίδας του Βανκούβερ «Open Road» («Ανοιχτός Δρόμος») και μάλιστα προσχώρησαν στην σπάνια πράξη αλληλεγγύης να δώσουν στους Καναδούς όλη την λίστα συνδρομητών τους ώστε η νέα εφημερίδα να γίνει από το πρώτο κιόλας τεύχος της γνωστή σε ένα μεγάλο πλήθος ανθρώπων.

Από το 1975 οι «Yipster Times» ενισχύονταν οικονομικά και από τον Τόμας Κινγκ Φορκαίηντ (Thomas King Forcade, 1945 – 1978, πρώην «γίπι» και πλούσιο πια εκδότη του ευρύτατης κυκλοφορίας περιοδικού «Φτιαγμένοι Καιροί», «High Times»), όμως η  κατάσταση χειροτέρεψε απότομα μετά από την αυτοκτονία του Φορκαίηντ στις 17 Νοεμβρίου 1978 και το συνακόλουθο σταμάτημα της χρηματοδότησης των «smoke-ins» και της έκδοσης της «Yipster Times»

Από το 1979 οι «Yipster Times» μετονομάστηκαν σε «Overthrow» («Ανατροπή»), ενώ για ένα διάστημα λειτούργησαν ακριβώς απέναντι από τα  γραφεία τους ένα ροκ κλαμπ που το ονόμασαν προς τιμή του χαμένου φίλου και  οικονομικού υποστηρικτή τους «Thomas K. Forcade Memorial Multi-Media Center». Η νέα εφημερίδα, που υπό τους ίδιους ανθρώπους διατήρησε την φόρμα και θεματογραφία της προγενέστερης, συνέχισε να εκδίδεται, αν και περισσότερο αραιά, μέχρι το 1989.

Το 1983 ο Μπηλ, ο Στηβ Κόνλιφ (Steven Edwin Conliff,  1949 – 2006, ένας δραστήριος «γίπι» και οργανωτής του «Rock Against Racism») και οι λοιποί εκδότες του «Overthrow», υπό το όνομα «The New Yippie Press Collective» εξέδωσαν τον πολυσέλιδο τόμο «Απαγορευμένα νέα: μυστικές ιστορίες από το Σικάγο μέχρι το 1984» («Blacklisted News: Secret Histories from Chicago to 1984»), που απετέλεσε την πρώτη προσπάθεια για μία  λεπτομερή «Ιστορία των Γίπις», με αναδημοσιεύσεις από τα έντυπα του κινήματος με αφετηρία το 1968.



«YUGEN» (1958 - 1962)

Τριμηνιαίο πολυγραφημένο λογοτεχνικό αβαντγκάρντ περιοδικό που εξέδωσαν στην Νέα Υόρκη σε 8 τεύχη από τον Απρίλιο του 1958 έως το 1962 ο μαύρος ποιητής Λερουά Τζόουνς (Everett LeRoi Jones, μετέπειτα Amiri Baraka, 1934 - ) και η λευκή σύζυγός του Χήτι (Hettie Jones, 1934 - ). Στο εξώφυλλο του πρώτου τεύχους του «Yugen: a new consciousness in arts and letters» απεικονιζόταν το ομώνυμο ιαπωνικό ιδεόγραμμα που σημαίνει το άρρητο αίτιο της ωραιότητας και της χάρης, ζωγραφισμένο από τον Πήτερ Σβάρτσμπουργκ (Peter Schwarzburg.), ενώ το πρώτο ποίημα που διάβαζε ο αναγνώστης όταν άνοιγε το περιοδικό ανήκε στον Φίλιπ Ουάλεν: «Δεν μπορώ να ζήσω σ' αυτόν τον κόσμο / κι αρνούμαι ν' αυτοκτονήσω / ή να σας επιτρέψω να με σκοτώσετε... θα 'μαι ο εαυτός μου / λεύτερος, μία ιδιοφυϊα, μια ντροπή / σαν τον Ινδιάνο, σαν τον βούβαλο / σαν το εθνικό πάρκο Yellowstone».

Το  «Yugen» φιλοξένησε κυρίως «μπητ», «Black Mountain» και νεοϋορκέζους ποιητές, όπως Ντιάνε Ντι Πρίμα (Diane Di Prima), Ρόμπιν Μπλαίηζερ (Robin Blaser), Άλλεν Γκίνσμπεργκ (Allen Ginsberg), Πήτερ Ορλόβσκυ (Peter Orlovsky), Γκρέγκορυ Κόρσο (Gregory Corso), Ραίυ Μπρέμσερ (Ray Bremser), Γκάρυ Σναϊντερ (Gary Snyder), κ.ά. Ο Τζόουνς εξήγησε το κλείσιμο του περιοδικού το 1962 με τα ακόλουθα λόγια: «νομίζω ότι επέζησε περισσότερο της χρησιμότητάς του. Από τότε που πρωτοκυκλοφόρησε έχουν γεννηθεί αμέτρητα περιοδικά που δημοσιεύουν τους κατ’ εμένα αξιόλογους ποιητές και συγγραφείς».










 

Βλάσης Γ. Ρασσιάς, 2007 - 2012


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Βάγιας Μανόλης, «Σύντομη Ιστορία των Φιλολογικών και Πολιτικών Περιοδικών της Ελλάδας, από την γέννησή τους μέχρι σήμερα (1784 - 1990)», Αθήνα, 1990
Baunstein Peter - Doyle Michael William, «Imagine Nation: the American Counterculture of the ‘60s and ‘70s», New York, 2002
Bizot Jean-François - Miles Barry, «Free Press: Underground and Alternative Publications, 1965-1975», New York, 2006
Clay Steve και Phillips Rodney, «A Secret Location on the Lower East Side: Adventures in Writing, 1960-1980», New York, 1998
Crowley Walt, «Rites of Passage: A Memoir of the Sixties in Seattle», Seattle, 1995
Fountain Nigel, «Underground--The London Alternative Press, 1966-74», London, 1988
Glessing Robert J., «The Underground Press in America», Bloomington Indiana, 1971
Κrassner Paul, editor, «Best of the Realist: the Sixties' Most Outrageously Irreverent Magazine», Philadelphia, 1984 
Leamer Lawrence, «The Paper Revolutionaries: The Rise of the Underground Press», New York, 1972
McMillian John, «Smoking Typewriters: The Sixties Underground Press and the Rise of Alternative Media in America», New York, 2011
Μάφι Μάριο, «Underground», Αθήνα,1982
Mungo Raymond, «Famous Long Ago. My Life and Hard Times with the Liberation News Service», Boston, 1970
Nelson Elizabeth, «The British Counterculture 1966-73: A Study of the Underground Press», London, 1989 
The New Yippie Press Collective, « Blacklisted News: Secret Histories from Chicago to 1984», New York, 1983
Pardun Robert, «Prairie Radical: A Journey through the Sixties», Los Gatos, California, 2001
Peck Abe, «Uncovering the Sixties: The Life and Times of the Underground Press», New York, 1985
Ρασσιάς Βλάσης, «Underground Press. Η Ιστορία του υπόγειου Τύπου», β έκδοση, Αθήνα, 1988
Sean Stewart, editor, «On the Ground: An Illustrated Anecdotal History of the Sixties Underground Press in the U.S», Oakland CA, 2011
Skinn Dez, «Comix: the Underground Revolution», New York, 2004
Verzuh Ron, «Underground Times: Canada's Flower Child Revolutionaries», Toronto, 1989
Wachsberger Ken, editor, «Voices from the Underground: Insider Histories of the Vietnam Era Underground Press», Tempe, AZ, 1993
Διάφορα έντυπα από το «Αρχείο Κοινωνικής Ιστορίας»


 
 




ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΕ: 

ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΓΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΕΣ ΨΥΧΕΣ 

ΣΥΓΓΡΑΦΕΣ ΓΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΕΣ ΨΥΧΕΣ 

ΕΚΔΟΣΕΙΣ "ΑΝΟΙΧΤΗ ΠΟΛΗ" 

ΚΕΙΜΕΝΑ, ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ, ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ 

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ "ΑΝΟΙΧΤΗ ΠΟΛΗ" (1980 - 1993) 

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ