«Σκαφτιάδες», «Σκαπανείς»

(«The Diggers», 1647 - 1651)

Αγγλικό ημιθρησκευτικό κοινωνικό κίνημα του 17ου αιώνα ενάντια στην φεουδαρχία, την επίσημη Εκκλησία της Αγγλίας και τον αγγλικό θρόνο, με θέσεις κοινοτιστικές, πασιφιστικές και αντι-ιδιοκτησιακές, θεμελιωμένες όμως αποκλειστικά σε βιβλικές και προτεσταντικές χριστιανικές αντιλήψεις.




«Σκαφτιάς» σε ξυλογραφία εποχής
H ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ

Στις παραμονές της Αγγλικής Επανάστασης του 17ου αιώνα, οι προάγγελοι του κινήματος, που κατά ομάδες στασίαζαν κατά των γαιοκτημόνων με πρόθεση να τους πάρουν τα κτήματα και να τα μοιράσουν σε ίσα μερίδια («εξισώνοντας» την ακίνητη περιουσία, η οποία αποτελούσε την κύρια μορφή της ατομικής ιδιοκτησίας στην Αγγλία του 17ου αιώνα) ή διεκδικώντας την πρόσβαση του απλού λαού στις δημόσιες εκτάσεις, ονομάζονταν υποτιμητικά από τους γαιοκτήμονες «ισοπεδωτές» («levellers»). Όμως από το 1647, έτος κατά το οποίο ιδρύθηκε από τους Τζων Λίλμπορν (John Lilborne ή Lilburn, 1614 – 1657), Ρίτσαρντ Όβερτον (Richard Overton, περ. 1599 – 1664), Ουϊλιαμ Ουάλγουϊν (William Walwyn, 1600 – 1681), Σάμιουελ Τσίντλεϋ (Samuel Chidley, 1616 – περ. 1670) κ.ά. το ομώνυμο πολιτικο-θεσμικό κίνημα, οι προγενέστεροι «ισοπεδωτές» για να ξεχωρίσουν από αυτό υιοθέτησαν το όνομα «Πραγματικοί Ισοπεδωτές» ή «Σκαπανείς» («Diggers»).

Οι πιο σημαντικοί ηγέτες των «Σκαπανέων» ήσαν ο Γκέραρντ Ουϊνστάνλεϋ (Gerrard Winstanley, περ. 1609 – περ. 1676) και ο επονομαζόμενος και «Προφήτης» Ουϊλιαμ Έβεραρντ (William Everard, περ. 1575 – περ. 1650, κληρικός, ιεροκήρυκας και συγγραφέας της «Δήλωσης και Κανονισμού των Ισοπεδωτών της Αγγλίας»). Το 1648 ο Ουϊνστάνλεϋ, καταγόμενος από εύπορη οικογένεια του Λάνκαστερ αλλά φτωχός πια λόγω του εμφυλίου πολέμου, άρχισε να συγγράφει διάφορες μπροσούρες με θρησκευτικές και κοινωνικές μεταρρυθμιστικές προτάσεις: «The Mysterie of God concerning the whole Creation», «The Breaking of the Day of God», «The Saints Paradise» και «Truth Lifting up its Head above Scandals». Στις 26 Ιανουαρίου 1649, με αφετηρία μία μυστικιστική εμπειρία κατά την οποία του «δόθηκε» το σύνθημα «Δουλέψτε μαζί. Φάτε ψωμί μαζί. Δίδαξέ το αυτό σε όλους», εξέδωσε την
μπροσούρα «The New Law of Righteousness», μέσα από την οποία προπαγάνδιζε κοινοτιστικές και αντι-ιδιοκτησιακές θέσεις υπέρ του «κοινού ανθρώπου», χρωματισμένες όμως εντονότατα από βιβλικές και σωτηριακές αντιλήψεις.

Ακολούθησε στις 20 Μαρτίου 1649 η έκδοση του μανιφέστου « The True Leveller Standard Advanced or, The State of Community opened, and Presented to the Sons of Men», που υπογραφόταν από 16 ηγέτες των «Σκαπανέων», ανάμεσα στους οποίους βρίσκονταν οι Έβεραρντ και Ουϊνστάνλεϋ, που την ίδια εκείνη ημέρα είχαν κληθεί από τον Τόμας Φαίρφαξ (Sir Thomas Fairfax) να απολογηθούν για τις απόψεις τους. Δέκα μόλις ημέρες αργότερα οι Έβεραρντ και Ουϊνστάνλεϋ κατέλαβαν με 50 περίπου οπαδούς τους δημόσιες εκτάσεις στον St. George's Hill, ιδρύσαντες μία ακόμη ισχυρή κοινότητα «Σκαπανέων», που όμως δέχθηκε σχεδόν αμέσως την επίθεση των μπράβων των γαιοκτημόνων και τα κτίριά της πυρπολήθηκαν: «βάζουμε τα θεμέλια του να καταστεί η γη μία πηγή πλούτου κοινή για όλους, τόσο για πλούσιους όσο και για φτωχούς, ώστε όλοι όσοι έχουν γεννηθεί επάνω στην γη, την μητέρα που μας μεγάλωσε όλους, να μπορούν να τραφούν από τα αγαθά της, όπως επιθυμεί και η Αιτία που κυβερνά όλη την Κτίση», τόνισε σε κείμενό του ο Ουϊνστάνλεϋ. Ενώ οι «Σκαπανείς» προσπαθούσαν να αποκαταστήσουν τις ζημιές, δέχθηκαν εκφοβιστική επίσκεψη από σώμα ιππικού υπό τον λοχαγό Τζων Γκλάντμαν (John Gladman), ο οποίος μάλιστα περιέγραψε ως «παράφρονα» τον Έβεραρντ στην αναφορά του.



Οι «Σκαφτιάδες» αντιμέτωποι με τον στρατό
Στα μέσα Μαϊου εξαφανίστηκε ο Έβεραρντ, πιθανόν για να γλιτώσει σύλληψή του από τους στρατιώτες του Φαίρφαξ και φυλάκισή του για συνεργασία του με τους στρατιωτικούς «Ισοπεδωτές» της «ανταρσίας του Burford», ενώ την τελευταία εβδομάδα του ίδιου μήνα οι καλλιέργειες και τα κτίρια των «Σκαπανέων» του Surrey δέχθηκαν αλλεπάλληλες επιθέσεις από τραμπούκους των γαιοκτημόνων, παρακινημένους από τους ιεροκήρυκες της επίσημης Εκκλησίας χωρικούς και στρατιώτες του Φαίρφαξ. Ο Ουϊνστάνλεϋ προσπάθησε να υπερασπιστεί το κίνημα με την μπροσούρα του «Διακήρυξη από τους Φτωχούς και Καταπιεσμένους της Αγγλίας» («A Declaration from the Poor Oppressed People of England»), που κυκλοφόρησε στις αρχές του Ιουνίου και συνυπογραφόταν από πολλούς άλλους «Σκαπανείς» (John Coulton, John Palmer, Thomas Star, Samuel Webb, John Hayman, Thomas Edcer, William Hogrill, Daniel Weeden, Richard Wheeler, Nathaniel Yates, William Clifford, John Harrison, Thomas Hayden, James Hall. James Manley, Thomas Barnard, John South, Robert Sayer, Christopher Clifford, John Beechee, William Coomes, Christopher Boncher, Richard Taylor, Urian Worthington, Nathaniel Holcombe, Giles Childe ο πρεσβύτερος, John Webb, Thomas Yarwel, William Bonnington, John Ash, Ralph Ayer, John Pra, John Wilkinson, Anthony Spire, Thomas East, Allen Brown, Edward Parret, Richard Gray, John Mordy, John Bachilor, William Childe, William Hatham, Edward Wicher και William Tench), ωστόσο στις 11 Ιουνίου η κοινοτητα δέχθηκε νέες επιθέσεις, τέσσερα μέλη της κακοποιήθηκαν άγρια και μάταια ο Ουϊνστάνλεϋ θα διαμαρτυρηθεί στον Φαίρφαξ με την επιστολή του «Letter to Lord Fairfax» («υπηρετούμε την θεία δύναμη που αγωνίζεται να ελευθερώσει από την σκλαβιά την Κτίση, καθώς και να αποκαλύψει τα μυστικά της στους υιούς του ανθρώπου»). 

Τον Ιούλιο οι «Σκαπανείς» του Surrey μετέφεραν την κοινότητά τους δύο περίπου χιλιόμετρα μακρύτερα, εγκαθιστώντας την στο Cobham Heath, ενώ στις 26 Αυγούστου ο Ουϊνστάνλεϋ εξέδωσε το «A Watch-word to the City of London and the Armie» στο οποίο διακήρυσε ότι η ελευθερία «δεν χαρίζεται, αλλά κατακτάται». Το φθινόπωρο οι «Σκαπανείς» του Surrey δέχθηκαν νέες επιθέσεις από τραμπούκους (που κατέστρεψαν τα δύο από τα τέσσερα σπίτια τους και ποδοπάτησαν τα σπαρτά τους), ενώ ο ίδιος ο Ουϊνστάνλεϋ έφυγε από το Cobham και κατέλαβε με αρκετούς καινούργιους οπαδούς του δημόσιες εκτάσεις στο Ίβερ (Iver) του Buckinghamshire, το Kent και το Northamptonshire και τις καλλιέργησε με σκοπό να μοιράσει δωρεάν την συγκομιδή σε εκατοντάδες οικογένειες. Την επόμενη χρονιά όμως (1650), οι γαιοκτήμονες των περιοχών εκείνων, θορυβημένοι και αυτοί από τις ενέργειες των «Σκαπανέων» του Ουϊνστάνλεϋ, προσέλαβαν τραμπούκους για να επιτεθούν στις κοινότητες, να κακοποιήσουν τα μέλη τους και να τις διαλύσουν (λέγεται ότι ο ίδιος ο Κρόμγουελ είχε πει για τους «Σκαπανείς»: «κόψτε αυτούς τους ανθρώπους κομματάκια, ειδάλλως κάποια ημέρα θα σας κόψουν κομματάκια αυτοί»).



Πορτραίτο του Γκέραρντ Ουϊνστάνλεϋ

Παρά τις εκκλήσεις του Ουϊνστάνλεϋ προς την κυβέρνηση, κανένα μέτρο προστασίας δεν παρασχέθηκε στους «Σκαπανείς», οι οποίοι είχαν καταγγελθεί ακόμα και από τους εναπομείναντες πολιτικούς «Ισοπεδωτές» και φυσικά μέχρι τα τέλη του 1651 οι κοινότητές τους (που αν και είχαν απλωθεί σε μεγάλη έκταση, στο Barnet του Hertfordshire, στο Bosworth του Gloucestershire, στο Dunstable του Bedfordshire, στο Iver του Buckinghamshire, στο Barnet του Hamptonshire, στο Cox Hill του Kent, στο Bosworth του Leicestershire, στο Entfield του Middlesex και στο Wellingborough του Northhamptonshire, δεν αριθμούσαν συνολικά περισσότερα από 300 μέλη) διαλύθηκαν, αν και ο Ουϊνστάνλεϋ εξακολούθησε να προπαγανδίζει από το Cobham, όπου είχε επιστρέψει, την αναδιανομή των γαιών μέχρι τον Ιούλιο του 1650 (οπότε και αυτοδιαλύθηκε και η εκεί κοινότητα).

Το 1652, δύο χρόνια πριν προσχωρήσει στους Κουάκερους, ο Ουϊνστάνλεϋ εξέδωσε το βιβλίο του «Ο νόμος της Ελευθερίας» («The Law Of Freedom in a Platform, or True Magistracy Restored»), μέσα στο οποίο ανάπτυσσε την δική του βιβλική ουτοπία, ισχυριζόμενος πως η βάση μιας πραγματικής χριστιανικής κοινωνίας είναι η κατάργηση της ιδιοκτησίας και των μισθών και ζητούσε γενική υποχρεωτική εργασία όλων και εκπαίδευση όλων.


ΟΙ ΑΠΟΨΕΙΣ ΚΑΙ ΤΑ ΖΗΤΟΥΜΕΝΑ ΤΩΝ «ΣΚΑΠΑΝΕΩΝ»

Παρά το ότι το βραχύβιο και ολιγάριθμο φαινόμενο των «Σκαπανέων» έχει υπερτιμηθεί από τους χριστιανούς ιστορικούς των κοινωνικών επαναστάσεων (οι ιδέες τους μάλιστα επηρέασαν πολλούς μεταγενέστερους ουτοπιστές θεωρητικούς, σοσιαλιστές και κομμουνιστές, ανάμεσα στους οποίους και τους John Bellers, έναν Κουάκερο του οποίου τα γραπτά επηρέασαν αργότερα τον Κάρολο Μαρξ, Robert Owen, Josiah Warren, William Morris, Belford Bax, Edouard Bernstein, κ.ά.), οι αναφορές του κυρίου θεωρητικού των «Σκαπανέων» Ουϊνστάνλεϋ δεν γίνονταν ποτέ σε κοσμικές εξουσίες αλλά μόνον στην ιουδαιοχριστιανική Βίβλο, επανελάμβανε δε αυτός συνεχώς στα γραπτά του ότι οι ιδέες του δεν βασίζονταν σε ανθρώπινη γνώση, αλλά στην απευθείας επικοινωνία του με τον Θεό, μέσα από μυστικιστικές εμπειρίες, ενώ η κύρια εμμονή του σε μια «πανανθρώπινη σωτηρία» κατέληγε κατά κανόνα σε «χιλιασμό». Ο προσωπικός και προνοιακός Θεός του Ουϊνστάνλεϋ καθοδηγούσε κατ’ αυτόν την Ιστορία, ονομαζόταν «Αιτία» και έμοιαζε πολύ σε αυτό που αντιλαμβάνονταν οι περισσότεροι αρχαίοι Νεοπλατωνικοί και οι μυστικιστές του Μεσαίωνα: «το να γνωρίζεις τα μυστικά της φύσης, σημαίνει να γνωρίζεις τα έργα του Θεού. Και το να γνωρίζεις τα έργα του Θεού μέσα στην κτίση, σημαίνει να γνωρίζεις τον ίδιο τον Θεό, γιατί αυτός κατοικεί σε κάθε ορατό δημιούργημα ή σώμα».

Συνεπώς, όπως και στην περίπτωση των «Ισοπεδωτών» (τμήμα των οποίων ωστόσο είχε διαφοροποιηθεί από την χριστιανική κοσμοαντίληψη, υιοθετώντας υλιστικές θέσεις), δεν έχουμε να κάνουμε με ένα γνήσια πολιτικοκοινωνικό, πόσο μάλλον επαναστατικό κίνημα, αλλά με μία ακόμη από τις πολλές απόπειρες θρησκολήπτων που γνώρισε η δεύτερη μεταχριστιανική χιλιετία για την πραγμάτωση «επιγείων παραδείσων» σύμφωνα με τις βιβλικές αξίες και απαιτήσεις. Σύμφωνα με τον «Νόμο της Ελευθερίας» του Ουϊνστάνλεϋ, η πραγματική ελευθερία και ευημερία δεν θα προέκυπτε μέσα από την ελευθερία της πολιτικής συμμετοχής και της θρησκευτικής έκφρασης, ή μέσα από την ελευθερία του εμπορίου και της μετακίνησης ή από την χειραφέτηση των γυναικών, αλλά απλώς από την ελευθερία της χρήσης της γης, η οποία αποτελεί τον κατ’ εξοχήν φυσικό πλούτο. Στην εμπνευσμένη από την ζωή των Ισραηλιτών στο βιβλίο των «Κριτών» ουτοπία του Ουϊνστάνλεϋ, όλη η ανθρωπότητα θα οργανωνόταν σε αυτάρκεις και συνεργατικές μικρές κοινότητες, στις οποίες οι πλούσιοι θα υποχρεώνονταν εκ των πραγμάτων να συμμετάσχουν για να μην πεθάνουν από την πείνα. Η δική του κοινωνία θα είχε λίγους και απλούς νόμους, θα υπεράσπιζε τον εαυτό της μέσα από τα μέλη της που θα ήσαν όλα οπλισμένα, θα παρέμενε αυστηρά πατριαρχική αν και ο γάμος και το διαζύγιο θα ήσαν αποκλειστικά πολιτικά και, τέλος, θα προέβλεπε για κάθε κοινότητα την ύπαρξη μιας σειράς εκλεγμένων αξιωματούχων («Ειρηνοποιός», «Επόπτης», «Αλληλογράφος», κ.ά.), καθώς και έναν «Στρατιώτη» (αστυνόμο, του οποίου καθήκον θα ήταν να εφαρμόζει τις αποφάσεις των επικεφαλής της κοινότητας) και έναν «Δήμιο», επιφορτισμένο να εκτελεί τις αρκετά αυστηρές για τα σημερινά δεδομένα ποινές που προέβλεπαν οι νόμοι του Ουϊνστάνλεϋ (θανατική ποινή προβλεπόταν λ.χ. και για όσους προσπαθούσαν να χρησιμοποιήσουν για βιοπορισμό το Δίκαιο ή την Θρησκεία).

ΟΙ ΝΕΟΤΕΡΟΙ «ΣΚΑΠΑΝΕΙΣ»

Το όνομα «Σκαπανείς» («Diggers») χρησιμοποίησαν στα μέσα της δεκαετίας του 1960 (1965 - 1968) ο ιρλανδικής καταγωγής «χίπι» Έμμετ Γκρόγκαν (Emmett Grogan, περ. 1943 – 1978, μια χαρισματική φυσιογνωμία της αμερικανικής Αντικουλτούρας), ο Πήτερ Μπεργκ (Peter Berg, 1937 - 2011) και ο Πήτερ Κογιότ (Peter Coyote, 1941 -  ), για την αλτρουϊστική - αλληλοϋποστηρικτική ομάδα που ίδρυσαν τον Σεπτέμβριο του 1966 στο Haight-Ashbury του Σαν Φραντσίσκο της Καλιφόρνιας.



Πάνω: συνέλευση των «Diggers» του Σαν Φραντσίσκο

Δεξιά: οι «Diggers» του Σαν Φραντσίσκο της δεκαετίας του 1960 ενώ ετοιμάζουν διανομή τροφίμων

Οι «Diggers», με όπλο την παραδειγματική δράση με σκοπό την δημιουργία μιας ελεύθερης κοινωνίας («Free City») μέσα στην κατεστημένη ανελεύθερη, προμήθευαν μέσα από «Δωρεάν Μαγαζιά» («Free Stores», τα οποία έκλεισε η αστυνομία στις αρχές του 1967) την νεολαϊστικη κοινότητα και τους άπορους με δωρεάν τρόφιμα και άλλα αγαθά πρώτης ανάγκης, έκαναν παράλληλα θέατρο


δρόμου (σχετίζονταν άμεσα με την ομάδα «αντάρτικου θεάτρου» «San Francisco Mime Troupe», με την οποία μοιράζονταν αρκετά μέλη, όπως τους Billy Murcott –παιδικό φίλο του Γκρόγκαν από την Νέα Υόρκη που μάλιστα αναφέρεται ότι ήταν εκείνος που εισηγήθηκε το όνομα «Diggers»- La Mortadella, Butcher Brooks, κ.ά.), αναρχική άμεση δράση και καλλιτεχνικά «συμβάντα» («happenings») και μάλιστα ενέπνευσαν την ίδια εποχή τον Άμπυ Χόφφμαν (Abbie Hoffman, 1936 – 1989) να ιδρύσει κάτι παρόμοιο στο Lower East Side της Νέας Υόρκης. «Κάθε εργασία είναι παιχνίδι όταν γίνεται με τ’ αδέλφια σας. Βρείτε λοιπόν τ’ αδέλφια σας!», δήλωσε κάποτε ένα από τα στελέχη του κινήματος.

Ο Πήτερ Σάχμαν (Peter Suchman) έγραψε σχετικά στην επιθεώρηση «The Drama Review» (τεύχος 3, 1968): «έχοντας βάλει ως στόχο τους οι Σκαπανείς την δημιουργία μίας πραγματικής συνεργατικής υποκουλτούρας, δεν μένουν σε ονειροπολήσεις αλλ’ αντίθετα υλοποιούν τις ιδέες τους… Ο Γκρόγκαν θέλει να ιδρύσει δικά τους αγροκτήματα, όπου τα μέλη θα καλλιεργούν μόνα τους την τροφή τους, θέλει να μοιράσει δωρεάν ψυχοδηλωτικά, θέλει να εξαφανίσει την βρωμιά και τα κοινωνικά αποβράσματα, να θέσει ένα οριστικό τέλος στην εκμετάλλευση και την κερδοσκοπία».


Οι «Diggers» του Σαν Φραντσίσκο, που εμπνεύστηκαν και καθιέρωσαν στους κύκλους της αμερικανικής Αντικουλτούρας μία σειρά από συνθήματα («Σήμερα είναι η πρώτη ημέρα της υπόλοιπης ζωής σου», «1% Ελεύθεροι – 1% Tσάμπα», κ.ά.), αρκετά από τα οποία αργότερα υιοθετήθηκαν από ευρύτερα τμήματα της δυτικής κοινωνίας, μπορούν να συγκριθούν με τις σημερινές περίπου 400 αυτόνομες ομάδες εθελοντισμού της αμερικανικής οργάνωσης - ομπρέλας «Τροφή, όχι βόμβες» («Food Not Bombs», ιδρυθείσας στις αρχές της δεκαετίας του 1980) που διανέμουν δωρεάν χορτοφαγική τροφή στους άπορους των πόλεων.

Στην σχεδόν τετραετή δράση τους, οι «Diggers» του Σαν Φραντσίσκο διοργάνωσαν δωρεάν συναυλίες (με συμπαθούντες μουσικούς της ροκ, όπως οι «Grateful Dead», η Janis Joplin, οι «Jefferson Airplane», κ.ά.) και εκδηλώσεις πολιτικοποιημένης τέχνης, ενώ από τα πιο πετυχημένα «συμβάντα» τους υπήρξαν η «Παρέλαση για τον θάνατο του χρήματος» («Death of Money Parade», 17 Δεκεμβρίου 1966), το «Αόρατο Τσίρκο» («Invisible Circus», 24 Φεβρουαρίου 1967), το ποιητικό συμβάν «Γεννημένοι Ελεύθεροι» («Born Free», 18 Ιουνίου 1967) και η πολυπληθής διαδήλωση «Θάνατος του Hippie και γέννηση του Free» (6 Οκτωβρίου 1967).


Οι «Diggers» (που ήδη από τον Ιούλιο του 1967 ονομάζονταν εναλλακτικά και «Κολλεκτίβα Ελεύθερη Πόλη», «The Free City Collective») διαλύθηκαν το καλοκαίρι του 1968, λίγο μετά τον εορτασμό του Θερινού Ηλιοστασίου, με σκοπό να διαχυθούν σε διάφορες ομάδες, κινήσεις και κοινόβια της Καλιφόρνιας και να δημιουργήσουν το δίκτυο «The Free Family». Την δωρεάν διανεμητική δράση τους συνέχισαν από τον Ιανουάριο του 1969 το «Κόμμα των Μαύρων Πανθήρων» («The Black Panther Party») στο Ώκλαντ και από τον Ιούνιο του 1969 το κοινόβιο «Kaliflower Commune» στο Σαν Φραντσίσκο.

Μία συλλογή με ανυπόγραφα κείμενα ηγετών του κινήματος, και τίτλο «The Digger Papers», εξέδωσε τον Αύγουστο του 1968 ο εκδότης του «Ρεαλιστή» («The Realist») και «γίπι» Πωλ Κράσνερ (Paul Krassner, 1932 - ).


Βλάσης Γ. Ρασσιάς, 2008


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

W. A. G. Armytage, «Heavens Below: Utopian Experiments in England, 1560-1960», London, 1961
Lewis Henry Berens, «The Digger Movement in the Days of the Commonwealth: As Revealed in the Writings of Gerrard Winstanley», London, 2007
Archibald Fenner Brockway, «Britain's First Socialists», London, 1980
Peter Braunstein - Michael William Doyle, «Imagine Nation: The American Counterculture of the 1960s and '70s», New York, 2002
Francis D. Dow, «Radicalism in the English Revolution, 1640 - 1660», Oxford, 1985
Wilson T. Hayes, «Winstanley the Digger: A Literary Analysis of Radical Ideas in the English Revolution», Cambridge, Mass., 1979
Christopher Hill, «Levellers & True Levellers. The World Turned Upside Down: Radical Ideas During the English Revolution». London, 1972
Timothy Kenyon, «Utopian Communism and Political Thought in Early Modern England», London, 1989
Jeff Kisseloff, «Generation on Fire: Voices of Protest from the 1960s, an Oral History», Lexington, 2007
Μάριο Μάφι, «Underground», Αθήνα, 1983
Charles Perry, «The Haight-Ashbury. A History», New York, 1984
Roger C. Richardson - Geoffrey Μ. Riddens, eds., «Freedom in the English Revolution», Manchester, 1986
Giuseppe Schiavone, «Winstanley», Bari, 1991
Peter Stansill - David Zane, «BAMN: Outlaw Manifestos and Ephemera 1965–1970», New York, 1971
Charles Webster, «The Intellectual Revolution of the Seventeenth Century», London, 1974
Διάφορα έντυπα από το Αρχείο Κοινωνικής Ιστορίας







 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΕ: 

ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΓΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΕΣ ΨΥΧΕΣ 

ΣΥΓΓΡΑΦΕΣ ΓΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΕΣ ΨΥΧΕΣ 

ΕΚΔΟΣΕΙΣ "ΑΝΟΙΧΤΗ ΠΟΛΗ" 

ΚΕΙΜΕΝΑ, ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ, ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ 

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ "ΑΝΟΙΧΤΗ ΠΟΛΗ" (1980 - 1993) 

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ